403 Forbidden


nginx

Category: Μπατήρια

Θολά νερά με πάγο (μέρος 2ο)

Ξέρατε ότι το τζιν είναι ένα από τα σπάνια ποτά που μπορούν να καταναλωθούν μόλις βγουν από τον κάδο συλλογής;

Το τζιν παράγεται από ένα απόσταγμα (κυρίως απόσταγμα σίκαλης ή καλαμποκιού), το οποίο οι παραγωγοί μπορούν ν’ αποστάξουν ξανά. Οι  αρωματικές ουσίες που χρησιμοποιούνται είναι ο κέδρος που δίνει στο τζιν τη βασική γεύση και το άρωμά του, το κόλιαντρο,  αλλά επίσης δεκάδες άλλες, όπως μάραθο, φλοιός γενίστης, γλυκόριζα, αμύγδαλα, φλούδα πορτοκαλιού, ρίζα αγγελικής, κύμινο, άνηθο…

Η πιο σύγχρονη μέθοδος απόσταξης εκείνη του London Dry έχει σαν αρχή την απόσταξη ενός ουδετέρου αλκοόλ 96ο για δεύτερη φορά με την προσθήκη κέδρου και άλλων αρωματικών ουσιών. Αυτή η απόσταξη γίνεται σε παραδοσιακούς λέβητες απόσταξης που έχουν σαν χαρακτηριστικό το μεγάλο μέγεθος (7 ως 8 μέτρα). Μόλις βγει από το λέβητα , το τζιν, έχει ψηλό βαθμό αλκοόλ, ο οποίος μετά πέφτει στους 40ο περίπου, με την προσθήκη νερού από το οποίο έχουν αφαιρεθεί τα μεταλλικά στοιχεία. Στο σημείο αυτό, το τζιν είναι έτοιμο για εμφιάλωση.

Το τζιν είναι ένα από τα σπάνια ποτά που μπορούν να καταναλωθούν μόλις βγουν από τον κάδο συλλογής. Η ωρίμανση δεν βελτιώνει καθόλου τις ιδιότητές του, αλλά παρ’ όλα αυτά ορισμένοι παραγωγοί το αφήνουν να ωριμάζει σε ξύλινα βαρέλια για να του δώσουν απλώς ένα ελαφρώς χρυσαφί χρώμα.

Ξέρατε ότι η τεκίλα πήρε το όνομά της από τη πόλη καταγωγής της;

Αυτό το απόσταγμα παρασκευάζεται στην τεκίλα, στην πολιτεία Ζαλίσκο του Μεξικού. Προέρχεται από έναν κάκτο, την αγάβη. 2 είδη αγάβης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή της τεκίλας: η μπλε αγάβη, και η αγάβη τεκιλάνα που μοιάζουν με τεράστιο ανανά και ζυγίζουν περίπου 40 με 80 κιλά. Αυτά τα φυτά, αφού τους αφαιρεθούν οι ρίζες και τα φύλλα τους, υφίστανται κάποιο είδος καβουρδίσματος , το οποίο μετατρέπει ορισμένες ουσίες σε ζάχαρη. Στη συνέχεια, τα λιώνουν για να σχηματιστεί ένας πολτός στον οποίο προστίθεται νερό. Αυτό το μίγμα βράζει ελαφρά και κατόπιν προστίθεται μαγιά για να επιταχυνθεί η ζύμωση (8 ημέρες). Ύστερα από μια απόσταξη σε 2 στάδια (μέθοδος charentais)σχηματίζεται ένα προϊόν που είναι 50 έως 55ο.Είναι άχρωμο και η γεύση του είναι πολύ έντονη.

Γιατί λένε ότι η βότκα είναι ένα από τα λιγότερο βλαβερά αλκοολούχα ποτά του πλανήτη;

Η βότκα παρασκευάζεται συνήθως με απόσταξη ενός μίγματος νερού και σταριού. Όμως, παρασκευάζεται επίσης από καλαμπόκι, σίκαλη, πατάτες ή παντζάρια. Αρχικά, ήταν ποτό των Ρώσων και των Πολωνών, αλλά σήμερα παρασκευάζεται σχεδόν σ’ όλο τον κόσμο. Πιθανώς η βότκα να εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Πολωνία τον 8ο αιώνα. Παρασκευαζόταν από καλόγερους, με τη βοήθεια ίσως κάποιων Ιρλανδών ιεραποστόλων που ήταν ήδη ειδικοί στην παρασκευή ουίσκι. Για πολλούς αιώνες η βότκα καταναλώνεται κυρίως στην Πολωνία. Από τον 15ο αιώνα, οι Πολωνοί αρχίζουν να κάνουν γνωστό το ποτό τους στις βασιλικές αυλές της Ευρώπης και της Ρωσίας, όπου εκτιμιέται ιδιαίτερα. Ο Ιβάν ο τρομερός έκανε τη βότκα ένα πολύ διαδεδομένο ποτό της Ρωσίας τον 16ο αιώνα, καθώς οι πεδιάδες της χώρας αυτής ήταν πολύ πλούσιες σε όλα τα είδη των δημητριακών: σιτάρι, σίκαλη ή κριθάρι. Από τότε, οι τεχνικές παρασκευής και καθαρισμού έχουν βελτιωθεί και η βότκα έχει παραμείνει το εθνικό ποτό των Πολωνών και των Ρώσων.

Τα περισσότερα είδη βότκας παρασκευάζονται σήμερα με απόσταξη ενός μίγματος δημητριακών, πατάτας ή παντζαριών μέσα σε λέβητες απόσταξης.

Οι καρποί καθαρίζονται προσεχτικά και ύστερα συνθλίβονται. Στη συνέχεια, αναμιγνύονται με νερό ώσπου να σχηματιστεί ένας χυλός και, μετά, με την προσθήκη μαγιάς, αρχίζει η διαδικασία της ζύμωσης. Ύστερα από τη ζύμωση, το υγρό το οποίο έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ αποστάζεται 3 φορές σε λέβητες απόσταξης. Καθώς είναι αλκοόλ υψηλής απόσταξης, η βότκα λένε ότι είναι ένα από τα λιγότερο βλαβερά αλκοολούχα ποτά του πλανήτη… αλλά και το πότο με την πιο διακριτική γεύση.Ύστερα από την τρίτη απόσταξη, η βότκα είναι 96 με 98ο. Κατόπιν, αφού της προστεθεί απεσταγμένο νερό, χωρίς μεταλλικά στοιχεία, θα γίνει 40ο. Το φιλτράρισμα είναι ο τελικός καθαρισμός ύστερα από τον οποίο μπορούμε να μιλάμε για βότκα.Πραγματοποιείται σε φίλτρα από ξυλάνθρακα, των οποίων τα στρώματα μπορούν να φτάσουν τα 8 μέτρα πάχος. Ο καλύτερος ξυλάνθρακας είναι αυτός που βγαίνει από το ξύλο της μηλιάς.

Υπάρχουν επίσης και βότκες ρώσικες και πολωνέζικες που είναι αρωματισμένες με βότανα, πιπέρι, πιπεριά, πορτοκάλι ή λεμόνι.Η πιο γνωστή είναι η πολωνέζικη βότκα Zubrowka η οποία αρωματίζεται με το «βότανο του βίσωνα», ένα αρωματικό φυτό που φυτρώνει στο δάσος του εθνικού πάρκου Balowieska, όπου ζουν οι τελευταίοι βίσωνες της Ευρώπης. Κάθε μπουκάλι Zubrowka περιέχει ένα βότανο βίσωνα που της δίνει ένα πρασινοκίτρινο χρώμα.

Θολά νερά με πάγο (μέρος 1ο)

Ήταν τρεις μέρες πριν. Ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ η ζέστη ήταν ανυπόφορη και η οικονομική μου κατάσταση ήταν αξιολύπητη -ως συνήθως-. Και το πήρα απόφαση, αντί να κάθομαι να μοιρολατρώ θα αξιοποιήσω το χρόνο μου δημιουργικά. Πήγα στη βιβλιοθήκη μου και ξετρύπωσα ένα παλιό ξεχασμένο βιβλίο με συνταγές για cocktails. Αποφάσισα λοιπόν να τον αξιοποιήσω δημιουργικά. Έφτιαξα μια tequila sunrise (απλό και δοκιμασμένο) αφού τελικά τα υλικά μου ήταν πολύ περιορισμένα για κάτι πιο εξεζητημένο και άρχισα να το ξεφυλλίζω. Αυτό που με συγκίνησε όμως περισσότερο σ’ αυτό το βιβλίο δεν ήταν οι συνταγές που ξεπερνούσαν τις 1000 και ήταν πραγματικά αξιοζήλευτες γιατί αντίστοιχες υπάρχουν άφθονες στο internet, αλλά τα εισαγωγικά σημειώματα που αναφέρονταν στη καταγωγή και τον τρόπο παρασκευής κάποιων cocktails και των βασικών ποτών.

Αναρωτηθήκατε ποτέ ποια είναι η προέλευση της λέξης cocktail;

Κάποιοι λένε ότι στα 1779 η Betty Flanagan, ιδιοκτήτρια του «Vieille Taverne» κοντά στο Yorktown παρασκευάζει ένα μίγμα που ονομάζει Bracer, ποτό που παρουσιάζει σε μπουκάλι σε σχήμα ουράς κόκορα. Οι πελάτες της, στρατιώτες του Μαρκίσιου Λαφαγιέτ, μαζί με Αμερικάνους πολεμιστές, έχουν ιδιαίτερη εκτίμηση γι’ αυτό το ποτό. Ελάχιστα εξοικειωμένοι με την αγγλική γλώσσα, δε συγκρατούν παρά μόνο τη λέξη cocktail που επιστρέφοντας στη πατρίδα τους τη μεταφέρουν στους συμπατριώτες τους.

Άλλοι λένε πως είναι σίγουρο ότι ο διάσημος ζωγράφος του 19ου αιώνα Τουλούζ Λωτρέκ, ήταν ένας απ’ τους πρώτους που παρασκεύασαν μίγματα που θα θεωρούνταν σήμερα ατομικές βόμβες. Στο ατελιέ του στο Παρίσι συγκέντρωνε φίλους, τους οποίους υποχρέωνε να δοκιμάζουν τα μίγματα αυτά. Προφανώς, δεν σεβόταν κανέναν κανόνα. Αναμίγνυε λίγο από οτιδήποτε, ακόμα και ουσίες που θα μπορούσαν να έχουν παρενέργειες με καταστροφικά αποτελέσματα.

Μπορεί ακόμη η προέλευση της λέξης «cocktail» να βρίσκεται πραγματικά στην ιστορία κάποιου κατοίκου του Μπορντό, ο οποίος, αφού εφηύρε ένα μίγμα από αλκοόλ, το εξήγαγε στην Αμερική όπου έγινε «cocktail».Μήπως είναι αλήθεια αυτός ο μύθος για την κοπέλα σ’ ένα αμερικάνικο καμπαρέ, η οποία αφού έχασε έναν κόκορα με χρωματιστή ουρά προσέφερε ένα ποτό στον άνθρωπο που τον ξαναβρήκε και βάφτισε αυτό το ποτό «cock tail» (ουρά κόκορα); Μήπως η λέξη cocktail  προέρχεται από τη λαϊκή γλώσσα του 18ου αιώνα που σημαίνει «με ορθωμένη ουρά»;